σός


σός
3 твой

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "σός" в других словарях:

  • σός — thy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σός — ή, όν, ΜΑ, και δωρ. τ. τεός, ή, όν, και βοιωτ. τ. αρσ. τιός και τ. ουδ. σούν, Α (κτητ. αντων. β προσ.) αυτός που ανήκει σε σένα, δικός σου («σὸς ἑταῑρος», Πλάτ.) αρχ. 1. αυτός που είναι για σένα ή από σένα (α. «εὐνοίᾳ... τῇ σῇ», Πλάτ. β. «σός τε… …   Dictionary of Greek

  • σά — σός thy neut nom/voc/acc pl σά̱ , σός thy fem nom/voc/acc dual σά̱ , σός thy fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σόν — σός thy masc acc sg σός thy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαῖν — σός thy fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαῖς — σός thy fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαῖσι — σός thy fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαῖσιν — σός thy fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαί — σός thy fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σοί — σός thy masc nom/voc pl σοι , σύ thou dat 2nd sg σύ thou dat 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σούς — σός thy masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)